Error
  • JUser: :_load: Unable to load user with ID: 97
  • JFile: :read: Unable to open file: D:\xampp5.4\htdocs\thewebempire\livesites\newgreektvlive\ajax.googleapis.com\ajax\libs\jquery\1.7\jquery.min.js
  • JFile: :read: Unable to open file: D:\xampp5.4\htdocs\thewebempire\livesites\newgreektvlive\components\com_k2\js\k2.js?v2.6.8&sitepath=\
Log in
A+ A A-

Σουρεαλιστικό όνειρο φθινοπωρινής νύκτός

Από τον Χρήστο Γεωργαλά

Είναι νύχτα. Τα φώτα στολίζουν τους δρόμους σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπιόνια. Αντανακλούν στα σύννεφα και δημιουργούν μία αίσθηση από κοσμοπολίτικο Blade Runner. Γύρω μου υπάρχουν άνθρωποι όλων των εθνικοτήτων. Οι περισσότεροι είναι καλοντυμένοι και συζητούν μεταξύ τους. Ένα φθινοπωρινό αεράκι με αναγκάζει να φορέσω το πρώτο τζάκετ της σεζόν. Ζευγάρια διαφόρων ηλικιών και τύπων παρελαύνουν στα πλακόστρωτα πεζοδρόμια. Δεν υπάρχουν σκουπίδια στους δρόμους.

Οι περισσότεροι δείχνουν ευδιάθετοι. Στέκονται με ενα κοκταίηλ στα αίθρια των εστιατοτρίων και των bar. Οι δρόμοι είναι γεμάτοι αυτοκίνητα αλλά πουθενά δεν ακούς φωνές και ανταλλαγές επιθετών. Κανείς δεν ξέρει ποιός είναι ποιός, άρα η φράση «ξέρεις ποιος είμαι εγώ»δεν έχει νόημα να επωθεί. Περπατώ ανάμεσα σε ανθρώπους και κάθε φορά που τους κοιτάζω στα μάτια με χαιρετούν. Αισθάνομαι ενοχές. Αναρωτιέμαι αν όλοι αυτοί γύρω μου γνωρίζουν το μυστικό που κουβαλάω. Προσπαθώ να αποφύγω τα βλεματά τους αλλα δεν τα καταφέρνω. Με κοιτάζουν αυτοί στα μάτια και προσπαθούν να επικοινωνήσουν μαζί μου. Το βλέμμα τους είναι διεισδυτικό. Προσπαθούν να με προειδοποιήσουν ότι δεν είμαι μόνος. Υπάρχουν γύρω μου άνθρωποι που ενδιαφέρονται για μένα. Είναι τρομακτικό.Αισθάνομαι τρομερή ανασφάλεια. Γιατι τους ενδιαφέρω; Τι θέλουν απο μένα; Είμαι σίγουρος ότι με γνωρίζουν. Ξέρουν ποιός είμαι και τι έχω κάνει. Προσπαθω να απομονωθώ, να κρυφτώ, να ξεχάσω. Είναι δύσκολο. Η πόλη έχει πολλά φώτα και οι άνθρωποι με κοιτάζουν ολοένα και πιο απειλητικά. Είμαι απεγνωσμένος. Βλέπω μπροστά μου μια φωτεινή πινακίδα. Ziegfeld Theatre. Σπρώχνω την πόρτα και μπαίνω μέσα. Βγάζω ένα εισιτήριο και ανεβαίνω τις σκάλες. Κοιτάζω γύρω μου συνωμοτικά. Η αίθουσα είναι κατάμεστη.

Άνθρωποι όλων των ηλικιών κάθονται προσηλωμένοι στην οθόνη. Κοιτούν με λατρεία. Προσπαθώ να ελέγξω τους σφυγμούς μου. Νοιώθω ακόμη ότι απειλούμαι αν και η σκοτεινή αίθουσα ήταν πάντα το καταφύγιο μου. Από παιδί όταν ήθελα να αποφύγω τις ενοχές μου έβρισκα μια σκοτεινή αίθουσα για να ανασυνταχτώ. Κάθομαι ψηλά, στον εξώστη για να παρακολουθώ τις κινήσεις των άλλων. Επιτέλους νοιώθω ότι κανένας δεν με κοιτάζει. Όλοι κοιτάζουν την οθόνη. Αρχίζω να προσαρμόζομαι. Οι σφυγμοί μου εναρμονίζονται με αυτούς των υπολοίπων. Νοιώθω ότι βρίσκομαι σε οικείο χώρο. Είναι άραγε ψευδαίσθηση; Γιατί είναι όλοι αυτοί εδώ σήμερα;Είναι καθημερινή, Πέμπτη συγκεκριμένα. Βρίσκονται εδώ με κάποιο σκοπό;Αναρωτιέμαι αν κουβαλούν κι αυτοί αυτό που με σκοτώνει. Η οθόνη γεμίζει χρώματα, λάμψη, τα μάτια μου καρφώνονται στο πανί. Οι εικόνες που εκτυλισσόνται είναι μοναδικές. Αρχίζω και απορώ. Μα είναι δυνατόν κάποιος να γνωρίζει τόσο καλά το φορτίο που κουβαλάω; Είναι δυνατόν να μην μπορώ να κρυφτώ πουθενά; Προσπαθώ να μην αποκαλύψω τα συναισθημάτά μου. Μένω παγωμένος στην θέση μου. Νομίζω ότι μπορώ να προσποιηθώ καλά. Είμαι εκπαιδευμένος καλά. Απο εκεί που έρχομαι οι άνθρωποι έχουν εκπαιδευτεί καλά να προσποιούνται. Έχουν μάθει να ζούν με άλλη ταυτότητα. Μερικές φορές το κάνουν τόσο καλά που ξεχνούν κι αυτοί οι ίδιοι ποιοι είναι. Τώρα πρέπει να ξετυλίξω το ταλέντο μου να μην αφήσω καμμία υποψία για το παρελθόν μου. Τώρα πρέπει να γίνω ο άλλος και να τους πείσω ότι αυτό που συμβαίνει δεν με αφορά. Όμως είναι δύσκολο γιατί οι εικόνες είναι πολύ δυνατές. Δεν μ΄αφήνουν να παίξω το ρόλο μου όπως θέλω. Με παίρνουν μαζί τους και με περιστρέφουν ψηλά, μετά με οδηγούν πίσω. Ανοίγω τα μάτια μου ζαλισμένος, μπροστά μου βλέπω ένα όμορφο μπαλκόνι, μία λατέρνα, ένα κισσό. Ο ήλιος λάμπει και νέοι άνθρωποι πίνουν καφέ. Τα σκαλάκια είναι γεμάτες γλάστρες και όσο το βλέμμα μου ανεβαίνει την ανηφόρα η εικόνα γίνεται ακόμη πιο οικεία. Εκεί στην κορυφή στέκει το αιώνιο, το ένα, το απόλυτο μνημείο. Το σύμβολο του διηνεκές πολιτισμού, και κάτω από αυτό παλεύουν οι «κολασμένοι» με τα πάθη τους. Χρόνια ολόκληρα διαπλέκονται και περιπλέκονται αναζητώντας το φως, τον έρωτα, τη γνώση. Όμως τώρα όλα αυτά γίνονται επικύνδυνα. Τα φουτουριστικά σκοταδιστικά σενάρια έχουν φτάσει μέχρι εδώ. Στη βάση του φωτεινότερου συμβόλου στην οικουμένη και απειλεί να σβήσει τη λάμψη του. Αρχίζω κι αισθάνομαι ξανά άβολα. Αναρωτιέμαι «ΑΝ» δεν έμπαινα τελικά εδώ μέσα ίσως να ήταν καλύτερα. Δεν θα με πρόσεχε κανείς κι εγώ δεν θα έβλεπα την αλήθεια. Τίτλοι τέλους. Άνθρωποι όλων των ηλικιών χειροκροτούν με πάθος. Ο δημιουργός σεμνός προσπαθεί να τους πείσει ότι όλα οφείλονται σε μια ομάδα, σε μια ιδέα, στο πάθος που θα κρατήσει άσβεστο το φως στον αιώνιο βράχο. Διαφορετικές γλώσσες, η γλώσσα του σώματος πολυπολυτισμική. Βρίσκομαι ανάμεσα σε ανθρώπους από όλο τον κόσμο. Στέκομαι δίπλα στον δημιουργό. Μα πως τα κατάφερα έτσι. ΄Ήθελα να κρυφτω και βρέθηκα στο επίκεντρο των γεγονότων. Τον παρατηρώ και βλέπω ότι είναι αυθεντικός. Μα πως είναι δυνατόν. Άλλα είχα διαβάσει από τους ειδικούς. Πριν τον γνωρίσω με είχαν προειδοποιήσει να μην παρασυρθώ από τη γοητεία του. Κλέβει τις σκέψεις των άλλων, παίζει με τις ψυχές των ανθρώπων. Μείνε μακριά του. Και να που τώρα βρίσκομαι δίπλα του. Κατέβαλα μεγάλη προσπάθεια να μην συναντηθούμε και τωρα στέκομαι κοντά του. Και γύρω-γύρω άνθρωποι από ὀλες τις κοινωνικές τάξεις με κοιτάζουν ενοχλητικά. Νομίζουν ότι είμαι κι εγώ κομμάτι αυτης της λάμψης. Θέλω να φωνάξω δυνατά ότι κάνουν λάθος. Δεν έχω καμία σχέση με αυτόν και τις εικόνες του. Αντίθετα με εκπαίδευσαν για να τον πολεμάω, μου έμαθαν όλες τις τεχνικες για να τον υποβιβάζω. Μα πως είναι δυνατόν να του δώσετε τα εύσημα. Δεν καταλαβαίνετε ότι είναι ακόμη πολύ νέος για να διακριθεί. Έχουν άλλοι σειρά. Η επετηρίδα παίζει μεγάλο ρόλο. Θα χαλάσετε την πιάτσα μωρέ.

Φεύγω. Σπάω τον ανθρώπινο κλοιό που με περιβάλει. Τρέχω. Τρέχω μέχρι να σκάσω. Σταματάω στους μισοφωτισμένους τοίχους και κοιτάζω πίσω μου. Δεν με ακολουθεί κανείς. Συνεχίζω να τρέχω. Ξαφνικά βλέπω μια φωτισμένη πινακίδα και ένα ακόμη οικείο σύμβολο. Ένα κλαδί ελιάς. Χωρίς να το θέλω μπαίνω μέσα. Προσπαθώ να γίνω ένα με τον κόσμο. Να χαθώ. Η οικοδέσποινα έρχεται χαμογελώντας να με καλοδεχτεί με διονυσιασμό. Μου προσφέρει απλόχερα τα δώρα της. Κρασί, φαί, χαμόγελο καλή διάθεση. Σκέφτομαι ότι είναι παγίδα. Ποτέ δεν μου έιχαν φερθεί έτσι πριν. Συνήθως πρώτα κοιτούσαν τα ρούχα μου, τα παπούτσια μου, το ρολόι μου και το αυτοκίνητο που είχα παρκάρει και μετα χωρίς χαμόγελο με κάθιζαν σε ένα τραπέζι. Χωρίς χαμόγελα. Κατάλαβα το κόλπο της. Πάω να φύγω. Στην πόρτα όμως πέφτω πάνω του. Κι αυτός εδώ. Ο δημιουργός από το Ziegfeld είναι εδώ. Ο κόσμος με σπρώχνει προς τα μέσα. Είναι αδύνατον να αποδράσω. Κάθομαι σε μια γωνία και τους παρατηρώ. Πίνουν και συζητούν μεταξύ τους σα να μην συμβαίνει τίποτα. Υμνούν την τόση ομορφιά που έχει μαζευτεί όλη σε μια μικρή παραθαλάσσια γωνίτσα του σύμπαντος. Ασπάζονται τον καλλιτέχνη γιατί κατάφερε με λίγες εικόνες να ξεκλειδώσει τόσες καρδιές. Ευφραίνονται από τα κρασί και τα εδέσματα της οικοδέσποινας. Ο χώρος αλλάζει διαστάσεις. Μεταμορφώνεται. Αποκαλύπτει το μεγαλειώδες ταλέντο του ευζειν. Της τέχνης του να ζεις. Αισθάνομαι πλέον ανήμπορος να αντιδράσω. Κλείνω τα μάτια και κάνω μια ευχή. Να γυρίσω πίσω. Δυστυχώς μου έχουν αφαιρέσει την ικανότητα αυτή. Πρέπει να βγω απο αυτο τον εφιάλτη. Να γυρίσω πίσω...

Ξύπνα, ξύπνα τι έπαθες. Νοιώθω στον ώμο μου το χέρι της αγαπημένης μου συνταξιδεύτριας. Τι έχεις με ρωτάει. Έβλεπες όνειρο μου λέει. Που είμαι, την ρωτάω? Είμαι ιδρωμένος. Το στόμα μου έχει στεγνώσει, έπαθα κρίση πανικού τις λέω και πιάνω αμέσως το τηλεκοντρολ. Πατάω το κουμπί και ανοίγω την συσκευή. Ακούω γνωστές εκφράσεις. Οι σφυγμοί μου αρχίζουν και βρίσκουν τον κανονικό τους ρυθμό. Είσαι στο σπίτι μας στα Μελίσσια, μου λέει και προσπαθεί να με κατευνάσει. Ξερει καλύτερα από τον καθένα τι χρειαζομαι για να συνέλθω. Οι φωνές από την συσκευή πολλαπλασιάζονται."Αρση ασυλίας για τρεις βουλευτές.. Δεν θα παρθούν άλλα μέτρα.. Οι υποκλοπές είναι υπόθεση.. " Τώρα πια ξέρω ότι είμαι στο σωστό σημείο. Πες μου τι είδες με ρωτάει. Ήμουν σε ένα νησί, της απαντώ, όλα ήταν όμορφα και καθαρά, οι άνθρωποι χαμογελούσαν. Σε ενα κεντρικό κινηματογράφο πολλοί άνθρωποι χειροκροτούσαν ένα νεαρό σκηνοθέτη, δημιουργό, γιατί κατάφερε σε δύο ώρες να δείξει την όμορφη πλευρά της Αθήνας . Να υμνήσει τον έρωτα σε ένα καφέ της κάτω από την Ακρόπολη. Και μετά όλοι αυτοι μαζεύτηκαν σε ένα εστιατόριο που πρόσφερε ελληνική ευδαιμονία στις αισθήσεις τους. Μπορείς να το φανταστεις, στο κέντρο του κόσμου εκεί που μπορείς να εκπληρώσεις όλες τις επιθυμίες σου να γίνεσαι συνένοχος μιας ελληνικής αναπαράστασης που νόμιζες ότι είχε νεκρωθει. Πως τους λέγανε, ποιοι ήταν, με ρωτούσε και προσπαθούσε να ρουφήξει όλη την ενέργεια από το όνειρό μου. Χριστόφορος λεγόταν ο δημιουργός και Μαρία η οικοδέσποινα της απάντησα. Με κοίταξε στα μάτια για λίγο γεμάτη απορία. Μάλλον ήταν ένα κακό όνειρο μου είπε. Ας το ξεχάσουμε. Από αύριο είναι πολλά αυτά που έχουμε να κάνουμε, οφείλουμε και δεν πρέπει να αφήσουμε τα όνειρα να μας παρασύρουν. Κοίταξε την συσκευή και θα ηρεμήσεις. Δεν μπορούμε ακόμη να ονειρευτούμε έχουμε πολύ δρόμο μπροστά μας.

Σημείωση του γραφόντος: Η παραπάνω ιστορία είναι η σουρεαλιστική απεικόνιση μιας σουρεαλιστικής ζωής. Πριν από 2 μήνες ζούσα στην Ελλάδα του σήμερα. Σήμερα είμαι στη Ν Υόρκη. Εχτες παραβρέθηκα στην πρεμιέρα του «Ἁν» του Χριστόφορου Παπακαλιάτη στο Ziegfeld Theater και μετἀ στην δεξίωση της Μαρίας Λόη στο Loi's restaurant (208 West 70th street ) στο ΜANHATTAN. Ακόμη ξυπνω ανήσυχος στον ύπνο μου και δεν ξέρω που βρίσκομαι.

Το αφιερώνω σε όλους τους φίλους που άφησα πίσω στην πατρίδα και παλεύουν καθημερινά με τον χειρότερο εχθρό που έζησε ποτέ η ανθρωπότητα «τον μηχανισμό της λάσπης και την εγκεφαλικη δικατορία των δυτικών κοινωνιών» Ρομπέρτο Σαβιάνο.